
Ο ταξιδευτής δε ξύπνησε μια μέρα και αποφάσισε να σαλπάρει.
Πρώτα ταξίδευε η καρδιά του, έπειτα το μυαλό.
Είχε δει όλο τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής του!
Μετά μπουσούλισε στα νέα μονοπάτια που βρήκε κατά τύχη,
ίσως δρομάκια απελπισίας, ίσως τυχαίες-νέες γνωριμίες που
του έστρεψαν το μυαλό σε άλλες μυρωδιές και γεύσεις.
Κι άνοιξαν τα σοκάκια, άνοιξαν πλατειά όπου έπρεπε να
σηκωθεί και να περπατήσει.
Κι όσο γνώριζε το δρόμο τόσο έτρεχε, έτρεχε προς το φως.
Φυσική πορεία του ανθρώπου στα τέσσερα στα δύο και μετά τα
φτερά.
Η γκλίτσα είναι για τους ψυχικά γέρους.
Ο ταξιδευτής καυχιέται για τα θαύματα που είδε με τα μάτια
του, κτήρια-ανθρώπους-φύση…
Φυσικά και καυχιέται, γιατί τόλμησε όταν νόμιζε τον εαυτό
του δειλό, γιατί έκανε βήμα προς το γκρεμό, μόνο να μη μείνει πίσω, κολλημένος
σε δεσμά αόρατα κι ας του έλεγε η κοινωνία πως δεν είναι πρέπον.
Έπρεπε να κατηγορήσει τον εαυτό του για τη κατάντια του, να
τρέξει στους δρόμους από φόβο για να τους περπατήσει έπειτα σπιθαμή προς
σπιθαμή από άποψη.
Κι έτσι ο ταξιδευτής έχοντας διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα σε
αόριστο χρόνο έκανε μια παύση. Κοίταξε γύρω του και μετά σε καθρέφτη και είπε
«σ’ αγαπάω».
Μετά σταμάτησε να ταξιδεύει γιατί όλος ο κόσμος ήταν μέσα
του.
Μπέη Ηρώ-Σταυρούλα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου