Ο Μπλε Ουρανός αγάπησε τη Γη κεραυνοβόλα, με
τη πρώτη ματιά. Η αγάπη που ένιωθε για τη Γη τον έκανε να κλαίει από χαρά, που
επιτέλους βρήκε το άλλο του μισό. Έτσι γονιμοποίησε τη Γη με το νερό του.
Ανάμεσα από τα βουνά μεγάλωνε το μωρό τους, η μικρή Θάλασσα. Η Γη την τάιζε και
ο Ουρανός την πρόσεχε από ψηλά για να μη χυθεί στο σύμπαν. Μεγάλωνε η Θάλασσα
κι έμοιαζε όλο και πιο πολύ στον πατέρα της. Το χρώμα της ήταν πλέον μπλε τ’
Ουρανού. Η ψυχή της καταπιεζόταν από τα στενά όρια της μητέρας Γη. Επιζητούσε
συχνά το τραγούδι του πατέρα της. Οι αναπνοές του ήταν ο αέρας που την έκανε να
χορεύει όλο χάρη. Ξεχνούσε τότε όλα τα προβλήματά της και πως η Γη της στένευε
τα όρια της και η ανατροφή της συνεχιζόταν ομαλά. Όταν, όμως, η Θάλασσα είχε
μεγαλώσει αρκετά, έβλεπε τη Γη και τον Ουρανό να μην την υπολογίζουν, να την
πιέζουν να μείνει στα αρχικά σύνορά της. Άρχισε να πιστεύει πως οι γονείς της
ήθελαν να υπάρχει μόνο για να κοκορεύονται στους συγγενείς, τα δάση και τα
σύννεφα. Ήταν η στιγμή που φουρτούνιασε, και η Γη προσπάθησε να την ηρεμίσει
υψώνοντας την φωνή της και χτυπώντας την με δυνατούς σεισμούς. Το μόνο που
κατάφερε ήταν να την κάνει να δέρνει τη μάνα της με μεγάλα τσουνάμια. Ήταν η
στιγμή που ο Ουρανός σκοτείνιασε βλέποντας την οικογένεια του να διαλύεται και
την μοναχοκόρη του να γίνεται ένα παλιοκόριτσο. Άστραφτε, μπουμπούνιζε μήπως
και την κάνει να δει πως δεν είναι η μόνη που έχει δύναμη και τη φοβερίσει.
Όμως η Θάλασσα πληγώθηκε που ούτε ο αγαπημένος της πατέρας δεν την κατάλαβε κι
αρρώστησε βαριά. Τα νερά της ήταν σε μια συνεχή άσχημη κατάσταση, ταραγμένα και
γεμάτα βρομιές. Χτυπούσε τις ακτές και εκείνες έτρεχαν γεμάτες μώλωπες να το
κουτσομπολέψουν στη Γη. Ντροπιασμένη η Γη σταμάτησε να μιλάει στη Θάλασσα κι
έστειλε τον πατέρα της να της πει δυο κουβέντες, μπας και γυρίσει στο σωστό
δρόμο.
Ο Ουρανός πήγε απειλητικά
πάνω από το κεφάλι της, την αγριοκοίταξε και της είπε χαρακτηριστικά:
- Κοίτα τον εαυτό σου είσαι άσχημη και βρώμικη, μαύρη. Που είναι εκείνο το
πανέμορφο μπλε χρώμα που σου χάρισα, ε;
-Αχ πατέρα ποτέ δε με
αγάπησες γι αυτό που είμαι, ήμουν μόνο ένα μέσο να νιώσεις πιο πάνω στην
κοινωνία. Δεν συνειδητοποίησες όμως το πιο απλό και ολοφάνερο. Εγώ παίρνω το
χρώμα που βλέπω από εσένα κάθε φορά. Είμαι ένας δικός σου καθρέφτης. Ήμουν μπλε
γιατί ήσουν κι εσύ και έγινα μαύρη γιατί κι εσύ μαύρος είσαι τώρα, κοιτάξου!
Μπέη Ηρώ-Σταυρούλα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου