Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Ένα Παιδί μετράει τ’ Άστρα


   Δες παιδί μου το χρυσό ποτάμι στην κοιλάδα της οργής, είναι οι θλιμμένοι άγγελοι που στέκουν ανήμποροι να σώσουν τους προστατευόμενούς τους. Η μανία των ανθρώπων για αίμα και θάνατο, είναι η μόνη μη αναστρέψιμη αμαρτία γι αυτούς… Άκου… Δεν είναι οι κρότοι, οι πυροβολισμοί αυτοί που ακούς, είναι ο παράδεισος που μεγαλώνει για να χωρέσει τους πονεμένους και αθώους νεκρούς…
   Εδώ στο νέο «κρανίου» τόπο γίνεται η σταύρωση της Ανθρωπότητας, και αναρωτιέμαι με πόσες διαιρέσεις από το πλευρό του Αδάμ γεννήθηκε ο κόσμος σήμερα και φτάσαμε σε τέτοια φθορά και έκπτωση;
   Κάθε ημέρα που περνά χάνεται η νεότητα και τα όνειρα αυτού του κόσμου, τα παιδιά, κι εσύ σιωπείς σαν να κοιμούνται. Πεθαίνουν άνθρωπε δεν ακούς; Χηρεύουν οι αγκαλιές των μητέρων η μία μετά την άλλη, μα εσύ μπαίνεις στο λεωφορείο και συνεχίζεις τον δρόμο σου ή αλλάζεις κανάλι στην τηλεόραση γιατί δεν αντέχεις όπως λες άλλη δυστυχία. Όμως η αλλαγή που ψάχνεις δεν βρίσκεστε σε ένα άψυχο χειρηστήριο. Αν κάτι χρειάζεται να κάνεις είναι να σιγάσεις τη φωνή της τηλεόρασης και να υψώσεις τη δική σου, με πείσμα, ανθρωπιά, σύνεση, δίχως ταυτότητα διάκρισης, με πολιτισμό και αγάπη. Πόσες φορές να την γράψω αυτή τη λέξη για να την νιώσετε και να πράξετε γι αυτή;
   Αγαπώ τον κόσμο γιατί υπάρχεις κι εσύ μέσα σε αυτόν, όποιος και αν είσαι. Πιστεύω σε αυτό που μπορείς να γίνεις, σε σέβομαι και υπερασπίζομαι τα δικαιώματά σου, μα μην ξεχαστείς πως το ίδιο είμαι κι εγώ μαζί σου.
   Ίσως τότε ακόμη και ο Κεμάλ να ψιθυρίσει στο αφτί του Χατζιδάκι, «κι όμως ο κόσμος αλλάζει»…

Παναγιώτης Θεοτόκης Λάκκας

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Η κόρη του ουρανού




Iro Bei  Ο Μπλε Ουρανός αγάπησε τη Γη κεραυνοβόλα, με τη πρώτη ματιά. Η αγάπη που ένιωθε για τη Γη τον έκανε να κλαίει από χαρά, που επιτέλους βρήκε το άλλο του μισό. Έτσι γονιμοποίησε τη Γη με το νερό του. Ανάμεσα από τα βουνά μεγάλωνε το μωρό τους, η μικρή Θάλασσα. Η Γη την τάιζε και ο Ουρανός την πρόσεχε από ψηλά για να μη χυθεί στο σύμπαν. Μεγάλωνε η Θάλασσα κι έμοιαζε όλο και πιο πολύ στον πατέρα της. Το χρώμα της ήταν πλέον μπλε τ’ Ουρανού. Η ψυχή της καταπιεζόταν από τα στενά όρια της μητέρας Γη. Επιζητούσε συχνά το τραγούδι του πατέρα της. Οι αναπνοές του ήταν ο αέρας που την έκανε να χορεύει όλο χάρη. Ξεχνούσε τότε όλα τα προβλήματά της και πως η Γη της στένευε τα όρια της και η ανατροφή της συνεχιζόταν ομαλά. Όταν, όμως, η Θάλασσα είχε μεγαλώσει αρκετά, έβλεπε τη Γη και τον Ουρανό να μην την υπολογίζουν, να την πιέζουν να μείνει στα αρχικά σύνορά της. Άρχισε να πιστεύει πως οι γονείς της ήθελαν να υπάρχει μόνο για να κοκορεύονται στους συγγενείς, τα δάση και τα σύννεφα. Ήταν η στιγμή που φουρτούνιασε, και η Γη προσπάθησε να την ηρεμίσει υψώνοντας την φωνή της και χτυπώντας την με δυνατούς σεισμούς. Το μόνο που κατάφερε ήταν να την κάνει να δέρνει τη μάνα της με μεγάλα τσουνάμια. Ήταν η στιγμή που ο Ουρανός σκοτείνιασε βλέποντας την οικογένεια του να διαλύεται και την μοναχοκόρη του να γίνεται ένα παλιοκόριτσο. Άστραφτε, μπουμπούνιζε μήπως και την κάνει να δει πως δεν είναι η μόνη που έχει δύναμη και τη φοβερίσει. Όμως η Θάλασσα πληγώθηκε που ούτε ο αγαπημένος της πατέρας δεν την κατάλαβε κι αρρώστησε βαριά. Τα νερά της ήταν σε μια συνεχή άσχημη κατάσταση, ταραγμένα και γεμάτα βρομιές. Χτυπούσε τις ακτές και εκείνες έτρεχαν γεμάτες μώλωπες να το κουτσομπολέψουν στη Γη. Ντροπιασμένη η Γη σταμάτησε να μιλάει στη Θάλασσα κι έστειλε τον πατέρα της να της πει δυο κουβέντες, μπας και γυρίσει στο σωστό δρόμο.

Ο Ουρανός πήγε απειλητικά πάνω από το κεφάλι της, την αγριοκοίταξε και της είπε χαρακτηριστικά:
- Κοίτα τον εαυτό σου είσαι άσχημη και βρώμικη, μαύρη. Που είναι εκείνο το πανέμορφο μπλε χρώμα που σου χάρισα, ε;


-Αχ πατέρα ποτέ δε με αγάπησες γι αυτό που είμαι, ήμουν μόνο ένα μέσο να νιώσεις πιο πάνω στην κοινωνία. Δεν συνειδητοποίησες όμως το πιο απλό και ολοφάνερο. Εγώ παίρνω το χρώμα που βλέπω από εσένα κάθε φορά. Είμαι ένας δικός σου καθρέφτης. Ήμουν μπλε γιατί ήσουν κι εσύ και έγινα μαύρη γιατί κι εσύ μαύρος είσαι τώρα, κοιτάξου!



Μπέη Ηρώ-Σταυρούλα


Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Επιστολή προς Αγαπημένους

           Αδελφοί μου ο χρόνος μας έφερε τη στιγμή που απέναντί μου σταθήκατε να μιλήσετε για όσα πλήγωσαν τις καρδιές σας και είπα πως είναι σωστό να ειπωθούν…
        Οι λέξεις σας βάρυναν τα βήματα της ζωής μου, καθώς κατάλαβα πως πιστεύετε στην ενοχή μου για πολλές πληγές σας. Αισθάνθηκα μόνος, στην οδό του καθαρτηρίου όμως πήγαινα… Είπατε πως ψεύδη ξεστόμισα, και σιώπησα για τις αλήθειες που δεν αντέξατε. Είπατε πως δεν υπήρξα αντάξιος των προσδοκιών σας, και σιώπησα μη θέλοντας να ζήσω τις ζωές που ονειρευτήκατε για εσάς. Θέλησα να δείτε στα μάτια μου, μόνο την φλόγα των ονείρων και να πιστέψετε σε εμένα, για τη δική μου ζωή. Ξέρω δεν σας άφησαν να ζήσετε ποτέ ως παιδιά, ξέρω πως χαθήκατε πρόωρα στις εγωκεντρικές δίκες των κηδεμόνων σας, μα ήμουν κι εγώ εκεί, ας μη το θυμάστε… Ήρθα κοντά σας και κράτησα το χέρι σας, ήμουν ο μικρός πρίγκιπας κι ας μην το θυμάστε… Μεγαλώσατε… Αλλάξατε… Βαρύνατε τις ψυχές σας και γίνατε αυστηροί κριτές, μα το κάνατε από αγάπη. Μα αυτή η αγάπη μου κόβει τις ρίζες και βαθαίνει το φόβο μου για εσάς, άρα πώς να την ονομάσω αγάπη;
     Βαρύνατε τις ψυχές και επηρεαστήκατε από τα βιώματά σας, λέτε να χρησιμοποιήσω την γνώση σας και να προχωρήσω, όμως λένε πως η γνώση σου δίνει φτερά για να πετάξεις, τότε γιατί εσείς δεν πετάτε μα απλώς κάθεστε και περιμένετε το επόμενο χτύπημα στην πόρτα σας… Κυνήγησα τα χρόνια σας για να σας καταλάβω… Βάλθηκα να τρέχω συνεχώς, ώσπου κάποια μέρα συνάντησα τις σκιές σας να μου λένε, είναι πια αργά για να αλλάξουν. Και είπα σειρήνες είναι, δεν τις άκουσα…
   Έφτασα κοντά σας, δίπλα σας, σας άκουσα να μιλάτε… Με κοιτάξατε, μα δεν με αναγνωρίζετε πια. Είμαι εκείνος που έκρυβε τα γράμματά σας κάτω από το μαξιλάρι του για να τα ονειρευτεί και να μην ξεχάσει ποτέ τα λόγια σας… Είμαι εκείνος που έτρεχε πίσω σας φωνάζοντας το όνομά σας για να μην ξεχάσετε ποτέ ποιος είστε και που θέλατε ως νέος ακόμη να φτάσετε, να μην χαθείτε… Είμαι εκείνος που κοιμόταν πλάι σας για να μοιραστεί λίγη από τη μοναξιά σας… Είμαι ο ίδιος ξανθός μικρός πρίγκιπας που αγκαλιάζετε και χαϊδεύατε τα σγουρά μαλλιά του… Κι όμως δεν με βλέπετε πια, έμεινα μόνος μικρός να πιστεύω στα παραμύθια… Με ρωτάτε πως θα ζήσω, πως θα κάνω το ένα, ή το άλλο… βαδίζω αργά δίπλα σας έπειτα απαντώ, θα ζήσω ελεύθερος, θα κάνω το ένα όνειρο μετά το άλλο… Κι ελπίζω πως μια φορά κι έναν καιρό, θα με δείτε ξανά όπως είμαι, πριν το φίδι της λήθης τσιμπήσει το δέρμα μου και χαθώ…


Θεοτόκης Π. Λάκκας


Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Η Παγίδα


Alex Art


Ζωής παράλογα, μυστήρια που χάνονται στο βάθος του χρόνου και ταξιδεύουν στις μνήμες εκείνων μονάχα που επιλέγουν τούτο το δρόμο. θαρρείς πως είναι αρκετά τα όσα βλέπεις και ακούς από τρίτους, σου μεταδίδουν ιδέες, πορίσματα, συνήθειες και όλα τα υιοθετείς χωρίς δεύτερη σκέψη.
Περνάς αόρατος στο χωροχρόνο μα δεν το παρατηρείς. Μαγεύεσαι, γλυκαίνεσαι από την πλάνη της μάζας, του ίδιου, του αποδεκτού. Χάνεσαι και χάνεις εκείνα που είναι καλά κρυμμένα μα περιμένουν να τα αναζητήσεις.

Εσύ, όμως, επιλέγεις να τα προσπερνάς. Προτιμάς τη λήθη και αποφεύγεις τη γνώση γιατί κανείς δε σου έμαθε πως το δεύτερο είναι το κλειδί που ταιριάζει σε κάθε πόρτα. Κι ένα ζευγάρι αόρατα χέρια σκεπάζουν τα αυτιά σου και σε αποπροσανατολίζουν για να παγιδευτείς στην πλάνη ενός μονότονου και σιχαμένου συστήματος.


Alex Art