Γύρισε από το σχολείο μία ακόμη ημέρα
θλιμμένος, πέταξε την τσάντα στην άκρη του διαδρόμου, ανέβηκε τη σκάλα
τρέχοντας και έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω του. Το δωμάτιο στους τοίχους
γεμάτο ζωγραφιές, παιχνίδια βρίσκονται σκόρπια δεξιά και αριστερά, τα ρούχα του
πεταμένα εδώ κι εκεί, η ψυχή του είχε μεταδώσει τα συναισθήματά της στο χώρο
εδώ και καιρό, μάταια η μητέρα του προσπαθούσε να βάλει μία τάξη.
Βρίσκεται εξαντλημένος, ακουμπά το
σώμα του στην πόρτα και αναστενάζει. Ακούει την πόρτα να χτυπά, σκέφτεται να
μην απαντήσει, μα το χτύπημα γίνεται πιο δυνατό.
«Όχι» απαντά με έντονο ύφος, γνωρίζει
και ο ίδιος πως φέρεται κάπως απότομα τελευταία, αλλά από τότε που έχασε το
μπαλόνι του νιώθει κενός, δεν τον νοιάζουν και πολλά πράγματα. Ακόμη και στο
τραπέζι την ώρα του φαγητού, ακούει σιωπηλά τους γονείς του να μιλούν κι
εκείνος περιεργάζεται με το πιρούνι κάθε λεπτομέρεια από ό, τι βρίσκεται μέσα στο πιάτο του, και
στο τέλος δεν τρώει παρά μόνο δύο τρεις μπουκιές. Η μητέρα του κάθε λίγο τον χαϊδεύει
στα μαλλιά και του λέει να μην στεναχωριέται, μα πως είναι δυνατόν να το λέει
αυτό, δεν καταλαβαίνει… Του λένε διαρκώς οι γονείς του πως θα του πάρουν άλλο
μπαλόνι, πόσο εύκολα οι μεγάλοι τελικά προσαρμόζονται στην απώλεια, τους
γίνεται συνήθεια μάλλον.
Εκείνος
όμως δεν μπορεί, δεν θέλει να προσαρμοστεί σε αυτή την απώλεια, θέλει μόνο το
γαλάζιο του μπαλόνι να έρθει πίσω, αυτό το μπαλόνι του ήταν κάτι παραπάνω από
φίλος, ήταν το σύμβολο της φιλίας, της αθωότητας, των ονείρων του. Είχε
αποδόσει τόσα πολλά σε αυτό το μπαλόνι, ήταν ένα κομμάτι της ψυχής του και αυτό
χάθηκε… Δεν θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό του που δεν το κράταγε ακόμη πιο
σφιχτά μέσα στα χέρια του, εξαιτίας του χάθηκε ο φίλος του, και αυτός τον
κοιτούσε ανήμπορος να φεύγει. Είναι σκληρό να βλέπεις ότι αγαπάς περισσότερο να
φεύγει και να ξέρεις πως δεν έχεις την δύναμη αυτό να το αλλάξεις…
Κάθε
βράδυ η προσευχή του δυνάμωνε στο Θεό, να μπορέσει το μπαλόνι του να βρει το
δρόμο της επιστροφής, να γίνει ένα θαύμα και πάντα άφηνε αναμμένο ένα μικρό φως
να μπορεί ο φίλος του να βρει το σπίτι σαν θα επιστρέφει τη νύχτα από τον
άγνωστο κόσμο. Ο ύπνος του ανήσυχος, οι εφιάλτες ήταν συχνοί και έντονοι.
Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα ιδρωμένος έχοντας δει το μπαλόνι του να περιπλανιέται
μόνο του και να παθαίνει κάτι κακό, ένας κεραυνός ψηλά στον ουρανό, ένα χτύπημα
από αυτοκίνητο, μόνο κακά όνειρα, μόνο κακές σκέψεις, που να είναι έλεγε και
έκλαιγε βουβά να μην τον ακούσουν οι γονείς του από το διπλανό δωμάτιο που
κοιμόντουσαν. Ήθελε το μπαλόνι του εδώ και τώρα.
Σηκώθηκε
γρήγορα από το κρεβάτι του, έβαλε το μπουφάν του και άνοιξε την πόρτα από το
δωμάτιό του, κοίταξε προσεκτικά και έπειτα ανάλαφρα πατούσε σαν μικρό πουλί
ώσπου βρέθηκε στον διάδρομο λίγο πριν την εξώπορτα. Εκεί κοντοστάθηκε, δεν
ήξερε πως είναι ο κόσμος εκεί έξω το βράδυ, και μόλις έκανε αυτή τη σκέψη ένα
ρίγος διαπέρασε το κορμί του, σκέφτηκε το μπαλόνι του, πόσο άσχημα θα μπορούσε
να περνάει μόνο του εκεί έξω, ενώ εκείνος βρισκόταν στην ασφάλεια του σπιτιού
του. Αποφασίζει να ανοίξει την εξώπορτα.
Κοιτάζει
το σκοτάδι, καταπίνει αργά κάθε φόβο του, ξέρει πως όταν θέλουμε κάτι πολύ στη
ζωή μας το διεκδικούμε με όποια θυσία. Γνωρίζει πως αισθάνεται κανείς όταν
χάνει κάτι που αγαπά τόσο πολύ, πως η απώλεια όποια κι αν είναι αυτή, μικρή
μεγάλη, έχει τη δύναμη να καθορίζει τη στάση απέναντι στη ζωή… Κάνει ένα βήμα
εμπρός, τότε ένα χέρι τον ακουμπά στο ώμο, με μιας νιώθει το σώμα του να
μουδιάζει και να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Ο πατέρας του τον κοιτά με ένα
μικρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του ,τον ρωτά.
«Που πας;»…
«Να βρω ότι αγαπώ μπαμπά».
Τότε ο πατέρας του κράτησε το χέρι…
«Πάμε μαζί γιέ μου» είναι σημαντικό να
βρίσκεις την αγάπη, όσο διαφορετική κι αν είναι σκέφτεται και αγκαλιάζει το
παιδί του σφιχτά.
«Το μπαλόνι σου είναι εκεί έξω, και θα
το βρούμε».
«Σ’ αγαπώ μπαμπά»
«Κι εγώ σ’ αγαπώ γιέ μου, και η μαμά
σου σ’ αγαπά».
Παναγιώτης Θεοτόκης Λάκκας
Παναγιώτης Θεοτόκης Λάκκας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου